Τσε, ο Επαναστάτης (2ο μέρος) του Στήβεν Σόντερμπεργκ

Κατηγορία: 

“[...] Πού είσαι, ιππότη απ’ όλους πιο αγνέ,  

 καλύτερε ιππότη;

 Ανάβω την αντάρτικη λαμπάδα

 μες στο σκοτάδι, κυρά, μες στο σκοτάδι.

Πού είσαι, ιππότη απ’ όλους πιο δυνατέ,

ιππότη της πυρωμένης αυγής;

Στο αίμα, στη σκόνη, στην πληγή,

στο θάνατο, κυρά, στο θάνατο [...]”

                                     

                                     (“Παλιό τραγούδι για τον Τσε Γκεβάρα”)   ΜΙΡΤΑ ΑΓΚΙΡΕ

                                          κουβανή ποιήτρια [μέλος του Κ.Κ. Κούβας (1912-1980)] 

     

     

Το Μάρτη του 1965, ο Ερνέστο “Τσε” Γκεβάρα, ανακοινώνει στους επιτελείς του Κουβανικού υπουργείου Βιομηχανίας την αναχώρησή του για το Καμαγουέι, με σκοπό να ελέγξει την παραγωγή ζαχαροκάλαμου. Το αμέσως επόμενο διάστημα εξαφανίζεται από προσώπου γης, κι ούτε καν η γυναίκα του δεν δείχνει να ξέρει που βρίσκεται.

Με την πίεση ν’ αυξάνεται κατακόρυφα, ο πρωθυπουργός και Γ. Γ. του Κ. Κ. Κούβας Φιντέλ Κάστρο, διαβάζει ανοιχτά στη συνεδρίαση της Κ. Ε. ένα γράμμα του Κομαντάντε, όπου ο τελευταίος ανακοινώνει την παραίτησή του απ’ όλα τ’ αξιώματα (της κουβανικής ιθαγένειας συμπεριλαμβανομένης), προκειμένου να συνδράμει «άλλα έθνη, που καλούν τις ταπεινές μου προσπάθειες για βοήθεια», ενώ υπογραμμίζει την παντοτινή του αφοσίωση προς το λαό της Κούβας και τον ίδιο τον Κάστρο.   

Το Νοέμβρη του 1966, κι αφού μεσολαβεί σύντομη (θερμή) συνάντηση με τον Φιντέλ και τον Ραούλ στην Κούβα, αναχωρεί μεταμφιεσμένος για τη στρατοκρατούμενη Βολιβία. Στις 3 του μήνα προσγειώνεται στη Λα Παζ και περνάει από τον έλεγχο διαβατηρίων ως Ραμόν Μπενίτες, διοπτροφόρος φαλακρός αντιπρόσωπος της Ένωσης Αμερικανικών Κρατών. Η περιπέτεια του βολιβιάνικου αντάρτικου υπό την καθοδήγηση του Κομαντάντε, έχει μόλις αρχίσει.        

Η πιο θαρραλέα απόφαση του συμπαθούς αμερικανού σκηνοθέτη - όσον αφορά το βασικό ιδεολόγημα που διέπει τις δύο ταινίες, ήταν να παρουσιάσει τον Τσε ως τη στιγμή της αιχμαλωσίας του στη βολιβιανή Λα Ιγέρα), σαν ένα ανθρώπινο ον με σάρκα, οστά και ορατές αδυναμίες, αδιαφορώντας για την εικόνα του Επαναστάτη ‘ημίθεου’. Στη χαρακτηριστική σκηνή όπου ταΐζει τα παιδιά του και λίγο αργότερα ακουμπάει το κεφάλι του στην ποδιά της Αλέιδα, δεν υπάρχει ίχνος από τον αδιαπέραστο, χαλύβδινο Κομαντάντε.

Ο Σόντερμπεργκ δεν ενδιαφέρεται για το μύθο που χτίζεται γύρω απ’ τον Τσε, αλλά για την πραγματική του υπόσταση και διαδρομή – πρωτίστως την εσωτερική, φωτογραφίζοντας με ακρίβεια κι εντιμότητα τις εξωτερικές της αντανακλάσεις. Αυτό που εν τέλει φτάνει στο θεατή, είναι ότι η συνείδηση του επαναστάτη κι η διαμόρφωση ενός επαναστατικού αντάρτικου, απορρέει ευθέως από το γήινο ανθρώπινο στοιχείο, (δεν είναι επομένως κάτι άπιαστο κι υπερβατικό), κι ωριμάζει δια μέσου και παράλληλα μ’ αυτό.  

Αν κάτι διαφοροποιεί ριζικά τον άντρα Ερνέστο Γκεβάρα, δεν είναι παρά η ανέκκλητη συνέπεια και προσήλωση στο όραμά του, απ’ όπου πηγάζει κι η απαραβίαστη ηθική του. Παραμένω πάντα ο ίδιος μοναχικός άνθρωπος που ήμουν αναζητώντας το δρόμο μου, όμως τώρα κατανοώ το νόημα του ιστορικού μου καθήκοντος”, έγραφε λίγα μόνο χρόνια νωρίτερα σε γράμμα προς τη μητέρα του.

Και στο δεύτερο μέρος (βασισμένο στο ‘ημερολόγιο της Βολιβίας’ του ίδιου του Τσε), όπως και στο Τσε: ο Αργεντίνος”, η όψη αυτή δίνει τον αποφασιστικό δραματουργικό τόνο. Μόνο που εδώ δεν αλαφραίνει (όπως στην πρώτη ταινία) από την ευτυχή εξέλιξη – και την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος, αντίθετα μεγεθύνει την τραγικότητα μιας διαδρομής φθοράς, απώλειας και ήττας.

Ο Κομαντάντε θα διαβεί όλα τα μονοπάτια εκτός από ένα – και κοντά σ’ αυτόν οι Κουβανοί κυρίως συντρόφοι του (η αναφορά στη συλλογική οντότητα είναι διαρκής και συστηματική), αυτό της συνειδητοποίησης, πως τόσο η ζούγκλα της Βολιβίας όσο, κυρίως, ο ντόπιος αγροτικός πληθυσμός, απέχουν παρασάγγας από τη Σιέρα Μαέστρα και τους ενθουσιώδεις κατοίκους της Σάντα Κλάρα. Οι βολιβιάνοι χωρικοί αντιμετωπίζουν με καχυποψία τους κουβανούς αντάρτες, και η άρνηση του Μάριο Μόνχε, Γ.Γ. του Κ.Κ. Βολιβίας να ενισχύσει το αντάρτικο υπό τον Τσε (όπως παρουσιάζεται στην ταινία), επηρεάζει δραστικά τη δυναμική του εγχειρήματος.

Ακόμα πιο παραστατικά ο Σόντερμπεργκ περιγράφει τη συμμαχία ΗΠΑ-Μπαρριέντος (τότε προέδρου της Βολιβίας), και την πλήρη κηδεμόνευση των στρατιωτικών επιχειρήσεων από τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Κοινά επιτελεία οργανώνονται, “γεράκια” επιστρατεύονται, κι οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες παίρνουν πάνω τους το σχεδιασμό της αντεπίθεσης: “Μέχρι να ολοκληρώσουμε την αποστολή μας, οι βολιβιανοί στρατιώτες θα έχουν φτάσει στο επίπεδο των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων.

Τούτη η πορεία, που ο 55χρονος σκηνοθέτης αφηγείται θραυσματικά - και πιο αφαιρετικά απ’ ότι στο πρώτο μέρος - χωρίς να χάνει δευτερόλεπτο τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, ελάχιστα θυμίζει την επίσης δύσκολη, αλλά ‘ανιούσα’ διάβαση της Σιέρα Μαέστρα. Εδώ ο κλοιός σφίγγει ολοένα, η επαναλαμβανόμενη ματαίωση βαθαίνει το βάραθρο• ο φακός εστιάζει στα σκονισμένα πρόσωπα, στις κόγχες των ματιών που βαθαίνουν και τα διεσταλμένα ρουθούνια, στην αγριάδα του τοπίου που “διώχνει” τους εξαντλημένους από την πείνα και το ανηλεές κυνηγητό αντάρτες. Η απειλή είναι συνεχής, απρόσωπη κι όμως απτή, αόρατη μα μυρίζει. (Κι ο θάνατος δεν είναι παρά μια στιγμή).    

Ο Σόντερμπεργκ τιμά τη μνήμη του Τσε, αποτυπώνοντας νηφάλια και με γενναιότητα μια σημαντική ιστορική στιγμή του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα (η ταινία χωρίστηκε σε δύο μέρη εξαιτίας της 4ωρης διάρκειάς της), και παραδίνοντάς μας μια αναπάντεχα μεστή δημιουργία κι ένα αριστουργηματικό φινάλε, που χρωματίζει αισθαντικά το “ρέκβιεμ” της Αργεντινής Μερσέντες Σόσα.

Βραβείο καλύτερης ερμηνείας για τον Μπενίτσιο Ντελ Τόρο στις Κάνες, στην κορυφαία ίσως στιγμή της σταδιοδρομίας του.       

Διαβάστε επίσης